Monday, 19 June 2017

Yiannis Efstathiadis

                                      
                                                                 An Orchard in Spring - Claude Monet, 1886



Don't send your love by post

send it by a migratory bird

so that it can return every spring.


Yiannis Efstathiadis



Μη στείλεις με ταχυδρόμο τον έρωτά σου

στείλ' τον μ' αποδημητικό πουλί 

για να ξαναγυρίζει κάθε άνοιξη.


Γιάννης Ευσταθιάδης


Friday, 16 June 2017

Dimitris Kanellopoulos

                                                       Deák Nándor (1883 - 1953)



The song of the cricket


As the song of the cricket
fades away
the stranger shows up.
He shakes off
the wet foliage of the night
he stands silent
in front of the dumb house.

It's the time that fatigue
changes shifts with pain.


Τhe weeping has settled down
a black serenity dresses the elves
it follows the dark passages
and the downspouts
so that duty  proud
can make its way.


Dimitris Kanellopoulos, 2009



Το τραγούδι του γρύλου  

Καθώς ξεψυχάει
το τραγούδι του γρύλου
προβάλλει ο ξένος.
Τινάζει από πάνω του
την υγρή φυλλωσιά της νύχτας·
αμίλητος στέκει

μπροστά στο βουβό σπίτι. 

Είναι η ώρα που η κούραση 
αλλάζει βάρδια με τον πόνο. 

Έχει κοπάσει ο θρήνος·
μαύρη γαλήνη ντύνει τα ξωτικά,
πιάνει τα σκοτεινά περάσματα 
και τις ρονιές 
να βρει δρόμο υπερήφανο το χρέος
και να περάσει.

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Κλίνη Σπόρου, Καλή, εκδ. Οροπέδιο 2009

Tuesday, 13 June 2017

Argyris Chionis

                                                          John Sell Cotman, A Ruined House



The innereater

In memory of  Yorgos G. Karavasilis

The innereater is a tiny, voracious, evereating monster, something like a woodworm, but much more sneaky and much more dangerous. To be more precise, whereas woodworm eats only wood and, eating it makes so much noise that is easily traceable and can be dealt with, the innereater is omnivorous and completely quiet so he can't be traced or dealt with. He burrows sneaking everywhere in woods, iron, stones, glasses and humans and does his work, his horrible work, slowly, systematically, and with a rather cunning technique. For one thing, to penetrate its victims unobserved, it never opens a new hole but uses the one still existing entrances such as holes of nails or screws with no stucco on, slight scars from rust, minor cracks and crevices, a broken pimple, a badly filled tooth...
Then, inside its victim, it makes it empty from within, little by little, almost imperceptibly, leaving intact the outer part, the shell...And that 's where tragedy begins: you return home one night, a little drunk maybe, and you put the key into the keyhole and the keyhole subduces and drops quietly on the floor and your key stays bewildered inside a vast hole and you lean on the door, you don't push it , you just lean, and the door crumbles and falls with no noise on the floor, and you, not dazzled from drink but from all the unprecedented that happens in front of your very eyes, desperately seek a prop and you lean, shoulder and head onto the stile of the entry and the stile collapses and the whole house disappears in silence, not even a sound, as if somebody had emptied a poke of flour, dust, only dust which when it settles down, reveals an empty terrain where your house was, a while ago...

All these blocks of flats, all these skyscrapers who were made to be for ever and crumble for nothing, an earthquake of only two on the richter scale, are corroded by this repulsive, this sneaky insect.

Most tragic of all to meet a friend of yours in the street, a dear friend you haven't seen for years, you hug him eagerly only to realise suddenly that you hugged the absolute nothing, since he turns into dust right away, dust you shake from your clothes and you keep going, on your way, into this nightmare called life, which is in fact the kingdom of  the innereater...

Argyris Chionis, Beings and non beings, 2006


Ο ΕΣΩΦΑΓΟΣ


Μνήμη Γιώργου Κ. Καραβασίλη

Ο Εσωφάγος είναι ένα ελάχιστο, αδηφάγο, αειφάγο τέρας, κάτι σαν σαράκι, αλλά πολύ πιο ύπουλο, πολύ πιο επικίνδυνο. Για να γίνω σαφέστερος, ενώ το σαράκι τρώει μόνο ξύλα και, τρώγοντάς τα, κάνει τόσο θόρυβο που είναι πολύ εύκολο να εντοπισθεί και ν’ αντιμετωπισθεί, ο εσωφάγος είναι παμφάγος και εντελώς αθόρυβος, δηλαδή μη εντοπίσιμος και αντιμετωπίσιμος. Τρυπώνει ύπουλα παντού, μέσα σε ξύλα, σίδερα, πέτρες, γυαλιά κι ανθρώπους, και κάνει τη δουλειά του, τη φρικτή δουλειά του, αργά αργά και συστηματικά και με μια τεχνική εντελώς πανούργα. Κατ’ αρχάς, για να εισχωρήσει μες στα θύματά του απαρατήρητος, ποτέ καινούργια τρύπα δεν ανοίγει, αλλά χρησιμοποιεί ήδη υπάρχουσες εισόδους όπως αστοκάριστες οπές από καρφιά ή βίδες, ανεπαίσθητες ουλές από σκουριά, ελάχιστες ρωγμές ή ραγισματιές, ένα σπυρί σπασμένο, ένα κακοσφραγισμένο δόντι… Ύστερα, εντός του θύματός του πλέον, αρχίζει να το αδειάζει, από μέσα, λίγο λίγο, ανεπαίσθητα σχεδόν, αφήνοντας ωστόσο, μέχρι τέλους, ανέπαφο το γενικό περίβλημα, το κέλυφος. Κι εδώ αρχίζει η τραγωδία. Γυρίζεις ένα βράδυ σπίτι σου, λιγάκι μεθυσμένος ίσως, και βάζεις το κλειδί στην κλειδαριά κι η κλειδαριά υποχωρεί και πέφτει αθόρυβα στο δάπεδο και το κλειδί σου μένει απορημένο μέσα σε μια υπερμεγέθη τρύπα κι ακουμπάς την πόρτα, δεν τη σπρώχνεις, απλώς την ακουμπάς, κι η πόρτα σωριάζεται αθόρυβα στη γη, κι εσύ, όχι ζαλισμένος από το πιοτό, αλλά απ’ όσα ανήκουστα συμβαίνουνε μπροστά σου, απελπισμένα αναζητάς έν’ αποκούμπι και γέρνεις ώμο και κεφάλι στον παραστάτη της εισόδου κι ο παραστάτης καταρρέει και το σπίτι ολόκληρο αφανίζεται αθόρυβα, χωρίς ούτε ένα κρακ, σαν ν’ άδειασε κανείς από ψηλά ένα σακί αλεύρι, σκόνη, μονάχα σκόνη που, όταν κατακάθεται, αποκαλύπτει έν’ άδειο οικόπεδο εκεί που ήτανε το σπίτι σου πριν λίγο.

Όλες αυτές οι πολυκατοικίες, όλοι αυτοί οι ουρανοξύστες, που φτιάχτηκαν για πάντα και καταρρέουν μ’ ένα τίποτε, μ’ ένα σεισμό μονάχα δύο Ρίχτερ, έχουν διαβρωθεί από αυτό το απεχθές, αυτό το ύπουλο ζωύφιο.

Το τραγικότερο όλων όμως είναι να συναντάς στο δρόμο φίλο σου, φίλο αγαπημένο που έχεις χρόνια να τον δεις, και με λαχτάρα να τον αγκαλιάζεις και να ανακαλύπτεις ξαφνικά ότι αγκάλιασες το τίποτε, αφού αμέσως σκόνη γίνεται, σκόνη που την τινάζεις απ’ τα ρούχα σου και συνεχίζεις να βαδίζεις μέσα σ’ αυτό τον εφιάλτη που λέγεται ζωή, αλλ’ είναι, στην ουσία, το βασίλειο του εσωφάγου.

Αργύρης Χιόνης , Όντα και μη όντα, 2006