Friday, 30 December 2016

Tassos Korfis

 Aristidis Glykas, Fearless, 1929


How hasty, limited is my move,
with times of fixed departures and ports of call,
with steady routes, excellent weather forecasts,
on a sea free of maritime dangers and piracy.
How disgracefully I have forgotten the worm of the open sea,
the shining of the lightning, the vertigo of the tempest,
the anticipation of the new, the sailor's hand
who used to  make me lighter from the wounds of time and rust.
Everything took its place, its distance.
My first reactions for a private, secret life,
are forgotten,
the tropical seas come no longer  as a surprise to me
with their phosphorescence. There is
something beautiful between my prow and the world
something transparent.
 I can, even at this late, detect the details,

Tassos Korfis, Memories of ships


Πόσο βιαστικά, περιορισμένα, κινούμαι, 
με χρόνους απόπλου και κατάπλου καθορισμένους, 
με σταθερά δρομολόγια, με άριστες προβλέψεις καιρού, 
σε θάλασσες ελεύθερες από ναυτιλιακούς κινδύνους 
και πειρατείες.
Πόσο χωρίς ντροπή λησμόνησα το σαράκι της ανοιχτής θάλασσας,
τη φωταψία των αστραπών, τον ίλιγγο της τρικυμίας,
την προσδοκία του καινούριου, το χέρι του ναύτη 
που με ξαλάφρωνε απ' τις πληγές του χρόνου και τη σκουριά.
Όλα πήραν τη θέση τους, τις αποστάσεις τους. 
Οι πρώτες αντιδράσεις για μια ιδιαίτερη, κρυφή ζωή,
οι θάλασσες των τροπικών δε με ξαφνιάζουν πια 
με τους φωσφορισμούς τους. Υπάρχει 
κάτι όμορφο ανάμεσα στην πλώρη μου και τον κόσμο,
κάτι διάφανο. 
Μπορώ, έστω κι αργά, να ξεχωρίσω τις λεπτομέρειες,
να διακρίνω.  

Τάσος Κόρφης  "ΜΝΗΜΕΣ ΠΛΟΙΩΝ' Πρόσπερος ,1983

Thursday, 29 December 2016

D. P. Papaditsas

                                                              Anton Pieck, 1932

In a low voice

Because you are the first year's  swallow to pass through
the skylight flying three times in circles on the ceiling
then all the swallows together you were
Because you are a calm side of the sea where the wave
Cuts the moon into pieces and throws it on the fine sand
Because my hands are empty like walnuts whose kernel
is eaten by pests
And you filled them with your hair and your forehead
Because I pass my fingers through your hair like the wind
passes through the cypress leaves
Because I am a country house and you come alone in the summer and
you sleep
And you wake up from time to time you turn on the lamp and
you remember
Because you do remember
That's why I love you
and the sea across us wearing out to go up and down
 the trees
As we were going downhill  Varkiza
all around coloured stones followed us

Because when I lean over a well I can see the surface
of the water and say: Here is her fate and her look
Because we watched together three yellow gupsy women covered
by the red- eyes of the drunk- twilight
And we said here is fate here are loves on the road for our daily bread

 Because we watched together the three gypsy women
to come  and to  get lost
That is why I love you
And among those last birds
You are the one that escaped the pellets
 Because I am full of you and in front of everything
of thought of sense of speech
There is something yours like an athlete finishing first
Because your eyelids are moss on rock cracks
That is why I love you.

D. P. Papaditsas


Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ’ το
φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κα-
τόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
Kόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα
τους φαγώθηκε από παράσιτα
Kι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δαχτυλά μου όπως περνάει
ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι
και κοιμάσαι
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και
Διότι θυμάσαι
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμα-
στε μαζί
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν’ ανεβοκατεβαίνει
τα δέντρα
Όπως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν

Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια
του νερού και λέω: νά το ριζικό κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες
απ’ το κόκκινο - σαν τα μάτια τού μπεκρή - λυκόφως
Kαι είπαμε νά το ριζικό νά οι αγάπες βγήκαν στους δρό-
μους για τον επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες
Nά ‘ρχονται και να χάνονται
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ
Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
Eίσαι κείνο που γλύτωσε απ’ τα σκάγια
Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι
από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή
Eίναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ.

Δ. Π. Παπαδίτσας ,“ΕΝΤΟΣ ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΩΣ” (1945-1949)

Monday, 12 December 2016

C. Polyzou

Robert Cadloff , Flock

I wish to talk with the tongue

of the birds on the wires.

Not the one you hear

but the melody they draw

by the notes of their stay

Chryssanthie  Polyzou

Θέλω να μιλήσω με τη γλώσσα

των πουλιών στα σύρματα

Οχι εκείνη που ακούς

αλλά αυτή που ζωγραφίζουν

με τις νότες της παραμονής τους

Χρυσάνθη Πολύζου ( Χαρτοκόπτης 12/16)

Wednesday, 7 December 2016

Nikos Engonopoulos

Nikos Engonopoulos, Orpheus and Euridice (1958)

Our bodies will get lost and faded away
From us what will remain till the end of time
will be this "I love you" I have whispered to you
in our most intimate times.

Nikos Engonopoulos , Eleonora II

Τα σώματά μας θα χαθούν θα σβήσουν
Από μας θα μείνει μέχρι της συντελείας των αιώνων
αυτό το <<σε αγαπώ>> που σου ψιθύρισα
στις ώρες μας τις πιο κρυφές.

(Νίκος Εγγονόπουλος, Ελεωνόρα II