Saturday, 30 January 2016

Thomas Ioannou

                                                                            Ismael Nery , Us, 1926


Wearing again the same body
You have forgotten  to button up
The wound in question
Challenging   the past
To interfere

But this stands waterproof
On the opposite bank
It does not accept the arbitration of time
It withdraws and its level
Constantly lowers in our life
Leaving our bodies uncovered

And our eyes
Fail to meet
Bridges that missed reaching the other end
And are left like hands stretching out
Βut alas times catches up with them
Αnd not a drop of embracement
Ιs left to the touch.

And on the point you 'd say we would be covered
By a river, an impetuous flowing passion
That would sweep the barriers
The mouth now dry
And our words drained

What were you doing in Hippocratous street
with your hair loose?
A swarm of fears
Crossing the stillness

The day was late on your face
And your fingers were left forgotten
On my coat
As if looking for my button

God was late to move
Into another plan
It got dark
And the sun still there
an intruder  standing

Light at half mast

Thomas Ioannou,15 Ηippocratous st. , 2011


Φοράς πάλι το ίδιο σώμα
Ξέχασες όμως να κουμπώσεις
Την επίμαχη πληγή
Προκαλώντας το παρελθόν
Να επέμβει

Όμως αυτό αδιάβροχο στέκει
Στην απέναντι όχθη
Δεν αποδέχεται τη διαιτησία του χρόνου
Αποσύρεται και η στάθμη του
Διαρκώς χαμηλώνει στη ζωή μας
Αφήνοντας τα σώματά μας ακάλυπτα

Και τα βλέμματά μας
Αποτυγχάνουν να διασταυρωθούν
Γέφυρες που δε φτάσανε στην άλλη όχθη
Κι έμειναν χέρια που τείνουν
Μα φευ τους προλαβαίνει ο καιρός
Και ούτε μια στάλα σμίξιμο
Δεν απομένει στην αφή

Κι εκεί που έλεγες θα μας σκεπάσει
Ένας ποταμός, ένα ρέον πάθος ορμητικό
Που θα σαρώσει τα φράγματα
Μια στέγνα τώρα στο στόμα
Και οι λέξεις μας ξεζουμισμένες

Τι γύρευες στην Ιπποκράτους
Με τα μαλλιά σου λυτά;
Ένα σμάρι φόβων
Που διέσχιζε την άπνοια

Αργοπορούσε η μέρα στο πρόσωπό σου
Και τα δάχτυλά σου ξεχάστηκαν        
Επάνω στο παλτό μου                          
Λες και γύρευαν το κουμπί μου          

Άργησε να προχωρήσει
Σε άλλο πλάνο ο Θεός
Και ο ήλιος εκεί
Να στέκει παρείσακτος

Μεσίστιο φως

Θωμάς Ιωάννου, Ιπποκράτους 15, 2011

Sunday, 24 January 2016

Nikos-Alexis Aslanoglou

                                      Parviz Payghamy, wild flower

Even if you all ravaged my stadium

Even if you all  ravaged my stadium my heart is

a red brick and a costruction material
like a harmonica in the demolition

Even if this field is parched by the sun

I 'll become fresh fruit flower dusk
making your childish eyes blossom.

Even if it rains in the small station I 'll drag

your music into the ruins
like light spent in the sink.

Nikos-Alexis Aslanoglou, Poems for a summer, 1963

Κι αν μου ρημάξατε το γήπεδο

Κι αν μου ρημάξατε το γήπεδο η καρδιά μου είναι

κόκκινο τούβλο και υλικό για οικοδομές
σα φυσαρμόνικα μέσα στην κατεδάφιση

Κι αν τσουρουφλίζεται στον ήλιο αυτός ο κάμπος

θα γίνω δροσερός καρπός λουλούδι απόβραδο
βλασταίνοντας τα παιδικά σου μάτια

Κι αν βρέχει στο μικρό σταθμό θα σέρνω

τη μουσική σου μέσα στα χαλάσματα
σαν ξοδεμένο φως στο νεροχύτη.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ποιήματα για ένα καλοκαίρι ,1963

Wednesday, 20 January 2016

Faidros Barlas

                                                                             Achilleas Drougas : In search of Dionysus


We burrowed frightened into our homes
when the leopards
made their appearance in town.

Wild , thirsty for blood, looked
bleary-eyed at the shut doors-
if somebody showed up, to tear him apart.

But slowly— maybe  the meat
which hung abundant on the hooks
of the abandoned butcher shops
soothing their primitive,
voracious hunger —
maybe the beautiful sunshine of our town
taking profit, lolling,
lying in the middle of empty streets –,
leopards have begun,
more or less, to get more tamed.

One or two , took courage , they approached them,
fed them with delicacies, kept for such
times of need, at home.

Leopards have eaten them—
licked their snout,
stretching themselves.

"It's obvious", somebody said,
"they won't eat us, if they know
that we 'll throw them treats. "

In this way, in a while, we all took liberties· 
we opened doors and windows wide,
crossing  streets and squares
 men and leopards together.

You could only tell by the skin.

Οf course, we stepped aside at their sight,
we offered them the best meat,
the finest selection of charcuterie,
we declared , loudly, to each other,
that animals more beautiful than these,
whose presence honoured our city,
have never been  seen before in our life!

Some , once, taking too much courage,
while watching the leopards getting idle —  
from the abundant food thrown to them,
the sunshine, the rest and leisure — 
have thought that it would be convenient to chase them away.

But the leopards have torn them to thousand pieces,
before  even laying a hand on them.

Since then, we kept it in mind,
we had it printed in every zoology book
we learn it by heart everyday like a prayer:

"Leopards never harm anybody,
 unless you harm them·
 never lay a hand on them,
 and you won't get harmed."

All of us by now,willingly and consentiously,  feed them,
willingly and consentiously  we give them treats
and whoever has a soft and skillful hand
caresses their back or their snout.

And the leopards — who would believe it?— 
rub themselves pleased on them,
leaving little groans of pleasure.

So — we came to a conclusion —  this is the way
for someone to treat leopards• 
and now we are teaching it to our children,
so  they can teach it
to the children of their children:

teach them to love the leopards,
to respect the leopards,
to feed the leopards,
since forever, as we know, leopards —
beyond illness or evil! —
will be the  masters in our town.

Faidros Barlas


Τρυπώσαμε όλοι στα σπίτια μας έντρομοι
όταν φάνηκαν
οι λεοπαρδάλεις στην πόλη.

Αγριεμένες, διψασμένες για αίμα, κοιτάζανε
με μάτι θολό τις κατάκλειστες πόρτες –
μη ξεμυτίση κανένας, να τον ξεσκίσουν.

Σιγά-σιγά όμως,
θέλεις το κρέας —
που κρεμότανε άφθονο στα τσιγκέλια
των παρατημένων κρεοπωλείων
και καταπράυνε την αρχαία,
την αχόρταγη πείνα τους —
θέλεις οι ωραίες λιακάδες της πόλης μας —
που τις χαιρόντουσαν, χουζουρεύοντας,
ξάπλα στη μέση των έρημων δρόμων –,
οι λεοπαρδάλεις αρχίσανε,
όσο νάναι, να ημερεύουν.

Ξεθαρρέψανε κάνας-δυο, τις πλησιάσανε,
τις ταΐσανε με λιχουδιές, που φυλάγαν,
για τέτοιες ώρες ανάγκης, στο σπίτι.

Οι λεοπαρδάλεις τις φάγανε —
γλείψαν και το μουσούδι τους,

«Φανερό», είπε κάποιος,
«δεν θα φάνε κ’ εμάς, άμα ξέρουν
πως θα τους ρίχνουμε λιχουδιές.»

Έτσι, σε λίγο καιρό, ξεθαρρέψαμε όλοι·
ανοίξαμε πόρτες και παράθυρα διάπλατα,
κυκλοφορούσαμε στους δρόμους και στις πλατείες,
άνθρωποι και λεοπαρδάλεις ανάκατα.

Απ’ το τομάρι πια μόνο μας ξεχώριζες.

Βέβαια, παραμερίζαμε με σέβας στο διάβα τους,
τους προσφέραμε τα καλύτερα κρέατα,
τις εκλεκτότερες ποικιλίες αλλαντικών,
δηλώναμε, φωναχτά, ο ένας στον άλλο,
πως ωραιότερα ζώα από αυτά,
που η παρουσία τους τιμούσε την πόλη μας,
δεν είχαμε ξαναδή στη ζωή μας!

Μερικοί, μια φορά, παραπαίρνοντας θάρρος,
καθώς βλέπανε τις λεοπαρδάλεις να μπαταλεύουν —
απ’ το πολύ φαΐ που τους ρίχναμε,
τη λιακάδα, την ξάπλα και το χουζούρι —
φαντάστηκαν πως θάταν βολετό να τις διώξουν.

Μα οι λεοπαρδάλεις τους κάνανε χίλια κομμάτια,
πριν προλάβουν ν’ απλώσουν χέρι απάνω τους.

Από τότε, το βάλαμε καλά στο μυαλό μας, 
το τυπώσαμε σ’ όλα τα βιβλία ζωολογίας, 
το αποστηθίζουμε κάθε μέρα σαν προσευχή:

«Δεν πειράζουν οι λεοπαρδάλεις, 
αν δεν τις πειράξης• 
μην τις πειράζης, 
για να μη σε πειράξουν.» 

Όλοι πια, πρόθυμα κ’ ευσυνείδητα, τις ταΐζουμε,
πρόθυμα κ’ ευσυνείδητα τους φέρνουμε λιχουδιές –
κι όσοι έχουνε χέρι απαλό κι επιδέξιο 
τους χαϊδεύουν τη ράχη ή το μουσούδι. 

Κ’ οι λεοπαρδάλεις — ποιος θα το πίστευε; — 
τρίβονται λιγωμένες απάνω τους,  
αφήνοντας μικρά μουγκρητά ευχαρίστησης.

Αυτός — καταλήξαμε — είναι ο τρόπος 
για ν’ αντιμετωπίζη κανείς τις λεοπαρδάλεις• 
και τον μαθαίνουμε τώρα και στα παιδιά μας, 
για να τον μάθουν κι αυτά 
στα παιδιά των παιδιών τους:

να τα μάθουν ν’ αγαπούν τις λεοπαρδάλεις,
να σέβωνται τις λεοπαρδάλεις, 
να ταΐζουνε τις λεοπαρδάλεις,
αφού για πάντα, όπως ξέρουμε, θάναι —
έξω από κακό ή αρρώστεια! — 
οι λεοπαρδάλεις αφέντες στην πόλη μας.

 Φαίδρος Μπαρλάς, Άπαντα, Εκδ: Τα Νέα Ελληνικά , 2014

Saturday, 16 January 2016

Angeliki Lalou

                                           Lionel Walden, Night train, (1861-1933)

We count losses

We file defeats

One after another

We spend our time

On lonely platforms

Always waiting

For the wrong train

Usually delayed

A lifetime and two days

Suitcases are kept in the customs

Or forgotten in the missing luggage

And the hands lost  in pockets

Hiding  our embarrassment

When there is nothing left to hold anymore

Just sand on the fingers

To build the castles of memories

In every step we take

And to have them ruined

As soon as we turn our back

In our absentia

Angeliki Lalou

Μετράμε απώλειες

Στοιχίζουμε ήττες

Τη μία πάνω στην άλλη

Περνάμε τον καιρό μας

Σε μοναχικές αποβάθρες

Περιμένοντας πάντα

Το λάθος τρένο

Που ως συνήθως αργεί

Μια ζωή και δυο μέρες

Οι βαλίτσες κρατημένες στο τελωνείο

Ή ξεχασμένες στα απολεσθέντα

Και τα χέρια χωμένα στις τσέπες

Να κρύβουν την αμηχανία

Πως δεν έμεινε τίποτα πια να κρατήσουν

Μόνο άμμος στα δάχτυλα

Να χτίζονται κάστρα από αναμνήσεις

Σε κάθε μας βήμα

Και να γκρεμίζονται

Μόλις γυρίσουμε την πλάτη

Ερήμην μας

Αγγελική Λάλου

Thursday, 14 January 2016

Kostas Stergiopoulos

                                                        Christian Schloe, Night flight

The Stranger

In our darkest depths
somebody holds the key of our existence,
always lost, solitary and enigmatic,
with memory older than the world, loaded
with all our wounds and remorses.

Sad, teasing or even happy
invisible  he reigns over us:
he receives the outer impact
and gives the answer.
He reminds us of the past
and foretells the future.

Sometime , however,  he leaves us unaware.
And when ignorant we plan new outings
he leans by then  exhausted, sleepy
and he is ready to migrate, showing no concern
for our own ephemeral  earthy plans.

Kostas Stergiopoulos, The shadow and the light, 1960

Ο Άγνωστος

Στα σκοτεινά έγκατά μας κατοικεί
κάποιος που το κλειδί κρατάει της ύπαρξής μας,
χαμένος πάντα, μοναχός κι ανεξιχνίαστος,
με μνήμη πιο παλιά απ' τον κόσμο, φορτωμένος
με τις πληγές μας όλες και τις τύψεις μας.

Θλιμμένος, περιπαιχτικός ή και χαρούμενος,
αόρατος μας κυβερνά:
δέχεται απ' έξω τον αντίχτυπο
και δίνει την απάντηση.
Τα παρελθόντα μας θυμίζει
και τα μέλλοντα μας προμηνά.

Κάποτε, ωστόσο, μας αφήνει ανυποψίαστους.
Κι εκεί που ανίδεοι σχεδιάζουμε νέες εξορμήσεις,
εκείνος γέρνει πια κατάκοπος, έχει νυστάξει
κι είν' έτοιμος ν' αποδημήσει, αδιαφορώντας
για τα δικά μας τα εφήμερα επίγεια σχέδια.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ, Η σκιά και το φως ,1960

Tuesday, 12 January 2016

Kostas Stergiopoulos

Carl Vilhelm Holsoe:

                                          Carl Vilhelm Holsoe

Furtive act

She was beautiful in her vagueness
the one keeping me
between darkness and light,
where night and day keep in balance,
with half her face in the light and the other half in the dark.

Beautiful, with undefined extensions.

As if it breaks dawn in winter
a bright day in mid-January,
and sometimes, as if "on the other
side of the death notices".

A furtive act,
that sometime comes to an end
like life.

Kostas Stergiopoulos, When there is still time, 2008

Πράξις λαθραία

Ήταν ωραία στην αοριστία της
αυτή που με κρατούσε
ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως,
εκεί που ισορροπούν η μέρα με τη νύχτα,
με μισό πρόσωπο στο φως και τ' άλλο στο σκοτάδι.

Ωραία, με προεκτάσεις απροσδιόριστες. 

Όπως όταν χαράζει το χειμώνα
μέρα λαμπρή στα μέσα του Γενάρη,
κι άλλοτε, σαν «από την άλλη
μεριά αγγελτηρίων θανάτου».

Πράξις λαθραία,
που κάποτε κι αυτή τελειώνει
σαν τη ζωή.

Κώστας Στεργιόπουλος, Όσο είναι ακόμα καιρός, Ερμής, 2008
ανθολόγηση: Στέφανος Διαλησμάς

Monday, 11 January 2016

Aggeliki Eleftheriou

Peter Vilhelm Ilsted , 1909

When poets don't write they waste away
They swear to themselves
That the cause is different
A forthcoming body illness
Maybe the loves that have faded away
They put their room in order
Old keys and receipts
Useless those keys
And those receipts can recast no debt
They fold their clothes 
Like the priests do their vestments
They walk slowly carefully
Like old tourists
Aways in order
They reach no paper anymore
White frightens them

Aggeliki Eleftheriou, I will smoke, 2004

a     a    a    c

Οι ποιητές όταν δε γράφουν μαραζώνουν
Ορκίζονται στον εαυτό τους
Πως η αιτία είναι άλλη
Κάποια ασθένεια του σώματος που έρχεται
Ίσως οι έρωτες που έσβησαν
Βάζουνε τάξη στην κάμαρά τους
Παλιά κλειδιά και αποδείξεις
Τίποτε δεν ανοίγουν ετούτα τα κλειδιά
Κι οι αποδείξεις δεν παραγράφουνε κανένα χρέος
Διπλώνουνε τα ρούχα τους
Όπως οι ιερείς τα άμφια
Περπατούν αργά προσεχτικά
Σαν ηλικιωμένοι τουρίστες
Τάξη τάξη
Δεν πιάνουν πια χαρτί
Το άσπρο τούς τρομάζει

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ,Θα καπνίζω, Γαβριηλίδης, 2004

Friday, 8 January 2016

Michalis Ganas

                                                          Ivan Aivazovski, The Black Sea at night, 1879

Oh my night don't change
Keep your black safe
Keep the jasmin in the teeth
And the women we loved
Lull them in fresh shadows
So we can have a place to hide.

Michalis Ganas, The smoker's sleep, Poems 1978-2012

a     a    a    c

Νύχτα μου μην αλλάξεις
Κράτα το μαύρο σου καλά
Κράτα το γιασεμί στα δόντια
Και τις γυναίκες που αγαπήσαμε
Νανούρισέ τες σε χλωρά σκοτάδια
Να 'χουμε κάπου να κρυφτούμε.

Μιχάλης Γκανάς. Ποιήματα 1978-2012, Ο Ύπνος του Καπνιστή. Εκδόσεις Μελάνι.

Wednesday, 6 January 2016

Marianthi Markopoulou

                                                                Photo: Pink bedroom, window seat
                                               Richard Tuschman recreates Edward Hopper paintings.

What I fear the most is 
us to become married
comfortable in fluffy slippers
and browse asset accounts on the veranda
our bed to become just a piece of furniture
and our kisses peckings
to carry umbrellas when it rains
and the clock 
at the right time
without truancy
without yearnings
you to become abundant 
instead of missing
What I fear the most 
is us from gang to become government.

Marianthi Markopoulou

±  ±  ±  ±

Εκείνο που πιο πολύ φοβάμαι είναι
μη γίνουμε παντρεμένοι
μη βολευτούμε σε χνουδάτες παντόφλες
και φυλλομετράμε λογαριασμούς παγίων στη βεράντα
μη γίνει το κρεβάτι μας έπιπλο
και τα φιλιά μας πεταχτά
να κουβαλάμε ομπρέλες όταν βρέχει
και ρολόι
στη σωστή ώρα
χωρίς κοπάνες
χωρίς λαχτάρες
μη μου περισσεύεις
αντί να μου λείπεις
Εκείνο που πιο πολύ φοβάμαι
είναι μη γίνουμε από συμμορία κυβέρνηση.

  Μαριάνθη Μαρκοπούλου