The injury heals,
its lips mingle like crimpson curtains
and years after a mark lingers in its place
a rosy scar he bows and kisses.
They hide them behind beautiful unwrinkled cloths,
but they know on which part of their body they flourished,
withered, ate skin and flesh of their own.
That is why they love them
and in times of solitude, when no one sees them,
they bow and kiss them in adoration
their deep, dark wounds.
E . Ch. Gonatas
Η ουλή
τα χείλη της σμίγουν αργά σαν αυλαία βυσσινιά
κι ύστερα από χρόνους στη θέση της μένει ένα σημάδι,
μια ρόδινη ουλή που σκύβει και τη φιλάει.
Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους.
Τα κρύβουν με ωραία ατσαλάκωτα υφάσματα,
ξέρουν όμως σε ποια μεριά του κορμιού τους άνθισαν,
μαράθηκαν, έφαγαν δέρμα και κρέας δικό τους.
Γι’ αυτό τ’ αγαπούν και,
σε ώρες μοναξιάς που κανείς δεν τους βλέπει,
σκύβουν και με λατρεία τα φιλούν
τα βαθιά, σκοτεινά τραύματά τους.
Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους.
Τα κρύβουν με ωραία ατσαλάκωτα υφάσματα,
ξέρουν όμως σε ποια μεριά του κορμιού τους άνθισαν,
μαράθηκαν, έφαγαν δέρμα και κρέας δικό τους.
Γι’ αυτό τ’ αγαπούν και,
σε ώρες μοναξιάς που κανείς δεν τους βλέπει,
σκύβουν και με λατρεία τα φιλούν
τα βαθιά, σκοτεινά τραύματά τους.
Ε. Χ. Γονατάς
